Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Η Κύθνος του χειμώνα

Αφθονο υλικό η πέτρα, αποτελεί το βασικό συστατικό δόμησης από το ξεκίνημα του πολιτισμού σ' αυτόν εδώ τον τόπο, αλλά και χαρακτηριστικό φόντο κάθε διαδρομής στο νησί. Φτάνοντας από τον Μέριχα, το λιμάνι, στα σπλάχνα του νησιού μάς καλωσορίζει η Δρυοπίδα, το χωριό που σύμφωνα με την ιστορία έχτισαν Δρύοπες με την κάθοδό τους από την περιοχή της Οίτης και του Παρνασσού. Εδώ συνέχισαν να κατοικούν γενιές και γενιές Θερμιωτών μέχρι σήμερα. Η θέα σχεδόν ξαφνιάζει· τίποτα απ' ό,τι συναντάμε δεν θυμίζει τις Κυκλάδες όπως τις γνωρίζουμε από τους τουριστικούς οδηγούς. Εδώ τα σπίτια έχουν στέγες με κεραμίδια, ενώ τα παράθυρα και οι πόρτες ισομοιράζονται ανάμεσα στο πελαγίσιο γαλάζιο και στα χρώματα της γης. Στο χωριό τα αυτοκίνητα δεν είναι καλοδεχούμενα. Η ελευθερία τους σταματά στην πρώτη πλακόστρωτη πλατεία, η οποία μας υποδέχεται με ψιλόβροχο και κάποιες φιγούρες που περπατούν σχεδόν αθόρυβα. Εχουμε την αίσθηση πως κάθε μας ανάσα συμβάλλει καθοριστικά στην ηχητική ατμόσφαιρα αυτού του πίνακα. Τα δρομάκια είναι στην πλειονότητά τους πλακόστρωτα. Ξεναγοί μας, κάποιες χρωματιστές ταμπέλες τις οποίες σκόρπισε η νεολαία πριν από λίγα χρόνια δείχνοντας τα σημεία - σταθμούς: θεατράκι, σπήλαιο, λαογραφικό μουσείο... Τα κεραμίδια στις στέγες συνομιλούν με το συννεφιασμένο ουρανό, κάποια τζάκια καπνίζουν, μια τριμελής οικογένεια, ντυμένη με βαριά και επίσημα ρούχα, βγαίνει από μια πόρτα και χάνεται μέσα στα σοκάκια.

Ο κόσμος σήμερα το πρωί είναι συγκεντρωμένος στους Αγίους Αναργύρους, μία από τις οχτώ εκκλησίες που καλύπτουν τις θρησκευτικές ανάγκες των τετρακοσίων κατοίκων του χωριού. Με το πέρας της λειτουργίας έρχεται και το κέρασμα: παραδοσιακό κόκκινο κρασί και «ζουμί», μια σούπα που έχει βάση το κρέας μεγάλων ζώων, το «χοντρό». Ανταλλάσσουμε ευχές κάτω από τα θολωμένα τζάμια του ναού και μοιραζόμαστε γέλια και αφηγήσεις για τις λεγόμενες κρασομέρες· με το κρύο και τον αέρα να μη γνωρίζουν άλλο δρόμο, οι παρέες μαζεύονται στα σπίτια, πίνουν το βαρύ κρασί που παράγουν μόνοι τους και τρώνε πατροπαράδοτους μεζέδες, όπως ο πούλος: κρέας που ψήθηκε στο αλάτι και ξαρμυρίστηκε από την προηγούμενη νύχτα, τυλιγμένο με ζυμάρι. Λένε ιστορίες από το παρελθόν, τραγουδούν και ταξιδεύουν μ' έναν τρόπο που μόνο εκείνοι ξέρουν. Θυμάμαι πως το νησί ονομάστηκε και Θερμιά το 12ο αιώνα, από τις θερμές πηγές που υπάρχουν μέχρι και σήμερα στον οικισμό των Λουτρών. Επειτα, κάνοντας παιγνιώδεις παραλληλισμούς, σκέφτομαι ότι το όνομα σίγουρα έχει να κάνει με τους θερμούς και φιλόξενους κατοίκους.

Ο δρόμος που ενώνει τη Δρυοπίδα με τη Χώρα μετρά ελάχιστα χρόνια παρουσίας. Ακολουθώντας τον τα μάτια μας αντικρίζουν εκ διαμέτρου αντίθετες εικόνες, που διαδέχονται η μία την άλλη: από ξερά βοσκοτόπια, εκτάσεις άνυδρες πλαισιωμένες με ξερολιθιά για τις ανάγκες των κτηνοτρόφων, μέχρι το πέλαγος που απλώνεται στο βάθος βρέχοντας τις παραλίες του νησιού που τα καλοκαίρια γεμίζουν παραθεριστές. Κάθε στροφή του δρόμου φέρνει κι ένα ξωκλήσι· «λεκέδες» από ασβέστη μέσα στα φρύγανα και στα βοσκοτόπια, μικρές εκπλήξεις για το μάτι και την ψυχή. Σε ελάχιστα απ' αυτά φτάνει δρόμος ασφαλτοστρωμένος. Πλησιάζοντας τον οικισμό, νιώθεις το άσπρο των σπιτιών να σε καλεί, φιλόξενο και ανοιχτό όπως οι άνθρωποι που το κατοικούν.

Στο κεντρικό καλντερίμι συναντάμε ένα μπαράκι «για νέους» και δυο-τρία καφενεία. Το ένα λειτουργεί και ως ζαχαροπλαστείο και τα γλυκά στη βιτρίνα αποτελούν το καλύτερο βάλσαμο για τον ταξιδιώτη, μαζί με έναν ζεστό καφέ. Ενας παππούς κάθεται μόνος σε μια γωνιά, ξεχασμένος θαρρείς από το μακρινό παρελθόν. Εχει κρεμάσει το σακάκι του και μοιάζει να στοχάζεται χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε ό,τι δεν τον αφορά. Στα δρομάκια που διατηρούν το κλασικό κυκλαδίτικο αίσθημα, με τις ασβεστωμένες μάντρες, τα μπλε παράθυρα και τις μπουκαμβίλιες, περνά παγωμένος ένας αέρας που δεν αστειεύεται. Ετσι καταλήγουμε ζεστά σ' ένα τραπέζι δίπλα στο τζάκι, σε μια ταβέρνα στολισμένη απ' άκρη σ' άκρη με τη λαογραφική κληρονομιά του τόπου. Από το παράθυρο κοιτώντας τον ορίζοντα διακρίνονται, σαν στοιχειωμένες, κάποιες ψηλές ανεμογεννήτριες. Πρόκειται για το πρώτο αιολικό πάρκο στην Ευρώπη που εδώ και είκοσι πέντε χρόνια έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του, επιβάλλοντας μια διαρκή απορία στα μάτια του επισκέπτη. Πέρα από αυτή την εξαίρεση το νησί δίνει την αίσθηση της αρμονίας και της ευνομίας σε όλη του την υπόσταση. Τίποτα υπερβολικό, τίποτα παράταιρο. Τηρουμένων των αναλογιών, εικάζω πως οι Θερμιώτες τού παρόντος δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από εκείνους της εποχής του Αριστοτέλη, ο οποίος προς τιμήν τους έγραψε γύρω στο 338 π.Χ. το «Κυθνίων Πολιτεία», έργο που δεν σώζεται στις μέρες μας.

Πίσω στον Μέριχα ο κόσμος είναι πολύς. Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά, οι άνθρωποι συναντιούνται και μια γλυκιά ευφορία φωτίζει το πρόσωπό τους. Νέοι και πρεσβύτεροι μοιράζονται στα καφενεία, ενώ τα παιδιά κυκλοφορούν σε παρέες. Η ατμόσφαιρα είναι γιορτινή κι εκείνο που μας διαπερνά είναι η αίσθηση πως όλοι μοιράζονται τα ίδια αισθήματα. Μια μεγάλη οικογένεια χιλίων τριακοσίων ανθρώπων όλοι οι κάτοικοι της Κύθνου. Ο μόλος στα δεξιά, σημείο φευγιού κι ερχομού, δεν μας αφορά απόψε. Οι ετοιμασίες για το πανηγύρι των Αγίων Ακινδύνων βαίνουν προς το τέλος και η γιορτή προς το ξεκίνημα. Το γλέντι κρατάει σχεδόν δύο μερόνυχτα με μια μικρή παύση για την πρωινή λειτουργία. Ανεβαίνοντας με τη σειρά μας στο εκκλησάκι, που είναι χτισμένο πάνω στο κύμα, έχουμε συνεχώς την εντύπωση πως επιπλέουμε κι εμείς.

Στο κελαρικό της εκκλησίας τα φαγητά είναι έτοιμα και το κρασί ετοιμοπόλεμο. Ο κόσμος φαίνεται πολύς στα απαίδευτα μάτια μας, όμως κάποτε μαζεύονταν ακόμη περισσότεροι. Τις περισσότερες φορές οι συνθήκες είναι δύσκολες, καθώς τα λιγοστά δρομολόγια από Πειραιά και Λαύριο δεν επιτρέπουν στους Θερμιώτες της Αθήνας να κατεβούν στο νησί. Πέρα απ' αυτό κάθε επισκέπτης είναι ευπρόσδεκτος σαν δικός τους άνθρωπος. Τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, εξάλλου, δεν σταματούν να φιλοξενούν κόσμο ακόμη και το χειμώνα. Την ώρα του πανηγυριού δύο λαουτιέρηδες κι ένας βιολιστής ανεβάζουν τις καρέκλες τους πάνω στο τραπέζι και κουρδίζουν βιαστικά. Οι παραγγελιές πάνε κι έρχονται, από συρτό σε μπάλο και από τραγούδι της τάβλας σε ζεϊμπέκικο. Οι άνθρωποι εδώ γλεντάνε το χειμώνα με τον τρόπο που έμαθαν από τους παππούδες τους, αλλά και με τη θέρμη μιας νιότης που δεν στερεύει ποτέ.

Η Κύθνος, πέρα από τη φυσική της ομορφιά, είναι οι άνθρωποί της.

Είναι ένας προορισμός που χειμωνιάζει αρμονικά, προσκαλώντας αυτούς που αναζητούν τις κατάλληλες συνθήκες να τα βρουν με τον εαυτό τους μέσα από γαλήνιες διαδρομές στις πιο ακριβές τους σκέψεις.

Κείμενο: Χρήστος Α. Μιχαήλ ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ - ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου